Греческий словарь
с грамматикой

αρκτικός

[arkˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
арктический, северный
Arctic, relating to the Arctic region · αρκτικές περιοχές — арктические регионы
2
очень холодный, ледяной
extremely cold, icy · αρκτικό κρύο — арктический холод

Грамматика

мужской род
им.
αρκτικός
вин.
αρκτικό
род.
αρκτικού
зват.
αρκτικέ
женский род
им.
αρκτική
вин.
αρκτική
род.
αρκτικής
зват.
αρκτική
средний род
им.
αρκτικό
вин.
αρκτικό
род.
αρκτικού
зват.
αρκτικό

Примеры

Οι αρκτικές περιοχές είναι πολύ δύσκολες για τους ανθρώπους.
Арктические регионы очень сложны для людей. · Arctic regions are very difficult for people.
Το αρκτικό κρύο σκότωσε τα ζώα.
Арктический холод убил животных. · The Arctic cold killed the animals.
Στον αρκτικό κύκλο υπάρχουν πολλά είδη πτηνών.
На Арктическом круге обитает много видов птиц. · Many bird species live in the Arctic Circle.
Η αρκτική θάλασσα είναι πολύ παγωμένη.
Арктическое море очень льдистое. · The Arctic sea is heavily frozen.