αριστούργημα
[aristˈurʝima]существительноеτο · средний родC1
Значения
1
шедевр, высокохудожественное произведение
masterpiece, work of supreme artistic excellence · το αριστούργημα της τέχνης — шедевр искусства
2
выдающееся достижение, совершенное творение
outstanding achievement, supreme creation · ένα αριστούργημα της αρχιτεκτονικής — шедевр архитектуры
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αριστούργημα
вин.
το αριστούργημα
род.
του αριστουργήματος
зват.
αριστούργημα
Мн. ч.
им.
τα αριστουργήματα
вин.
τα αριστουργήματα
род.
των αριστουργημάτων
зват.
αριστουργήματα
Примеры
Το αριστούργημα αυτό θεωρείται από τους ειδικούς αριστοτεχνία.
Специалисты считают это произведение шедевром. · Experts consider this work a masterpiece.
Η Σικστίνη Καπέλα είναι ένα αριστούργημα της Αναγέννησης.
Сикстинская капелла — это шедевр эпохи Возрождения. · The Sistine Chapel is a masterpiece of the Renaissance.
Τα αριστουργήματα του Φιδία εξακολουθούν να μας εντυπωσιάζουν.
Творения Фидия по-прежнему нас восхищают. · The masterworks of Phidias continue to impress us.
Στη συλλογή του μουσείου περιέχονται πολλά αριστουργήματα.
В коллекции музея хранится много шедевров. · The museum's collection contains many masterpieces.