Греческий словарь
с грамматикой

αριστοκρατικός

[aristokraˈtikos]прилагательноеB2

Значения

1
аристократический, принадлежащий аристократии
aristocratic, relating to or characteristic of the aristocracy · αριστοκρατική οικογένεια — аристократическая семья
2
аристократичный, изысканный, элегантный
refined, elegant, distinguished in manner or appearance · αριστοκρατικές τρόποι — изысканные манеры

Грамматика

мужской род
им.
αριστοκρατικός
вин.
αριστοκρατικό
род.
αριστοκρατικού
зват.
αριστοκρατικέ
женский род
им.
αριστοκρατική
вин.
αριστοκρατική
род.
αριστοκρατικής
зват.
αριστοκρατική
средний род
им.
αριστοκρατικό
вин.
αριστοκρατικό
род.
αριστοκρατικού
зват.
αριστοκρατικό

Примеры

Η αριστοκρατική τάξη κυριάρχησε για αιώνες.
Аристократический класс господствовал в течение веков. · The aristocratic class dominated for centuries.
Έχει αριστοκρατικές αναφορές και καλή εκπαίδευση.
У него аристократичное происхождение и хорошее образование. · He has aristocratic connections and a good education.
Το αριστοκρατικό ύφος της έμεινε ίδιο.
Её аристократичный стиль остался неизменным. · Her refined style remained unchanged.