αριστοκρατία
[aristokraˈti.a]существительноеη · женский родC1
Значения
1
аристократия (форма правления или общественный строй)
aristocracy (form of government or social system) · η αριστοκρατία διακυβερνούσε την πολιτεία — аристократия управляла государством
2
аристократия (класс аристократов; элита)
aristocracy (class of aristocrats; elite) · η αριστοκρατία της πόλης συνήρχετο — городская аристократия собиралась
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αριστοκρατία
вин.
την αριστοκρατία
род.
της αριστοκρατίας
зват.
αριστοκρατία
Мн. ч.
им.
οι αριστοκρατίες
вин.
τις αριστοκρατίες
род.
των αριστοκρατιών
зват.
αριστοκρατίες
Примеры
Η αριστοκρατία της αρχαίας Σπάρτης ήταν πολεμική.
Аристократия древней Спарты была воинственной. · The aristocracy of ancient Sparta was warlike.
Κατά τη Διαφώτιση, πολλοί κριτικοί απέρριψαν την αριστοκρατία.
Во время Просвещения многие критики отвергали аристократию. · During the Enlightenment, many critics rejected aristocracy.
Η πολιτική της αριστοκρατίας δημιούργησε μεγάλες ανισότητες.
Политика аристократии создала большие неравенства. · The policy of the aristocracy created great inequalities.