Греческий словарь
с грамматикой

αριστοκράτης

[aristokˈratis]существительноеο · мужской родB2

Значения

1
аристократ, представитель аристократии
aristocrat, member of the aristocracy · ο αριστοκράτης της Βενετίας — венецианский аристократ
2
человек с аристократическими манерами или взглядами
person of aristocratic bearing or outlook · να συμπεριφέρεται σαν αριστοκράτης — вести себя как аристократ

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο αριστοκράτης
вин.
τον αριστοκράτη
род.
του αριστοκράτη
зват.
αριστοκράτη
Мн. ч.
им.
οι αριστοκράτες
вин.
τους αριστοκράτες
род.
των αριστοκρατών
зват.
αριστοκράτες

Примеры

Οι αριστοκράτες της Αθήνας ήταν πολύ επιρροϊκοί.
Афинские аристократы были очень влиятельны. · The Athenian aristocrats were very influential.
Ο αριστοκράτης αρνήθηκε να συναντήσει απλούς πολίτες.
Аристократ отказался встречаться с простыми гражданами. · The aristocrat refused to meet ordinary citizens.
Παρά τον πλούτο του, ο αριστοκράτης ήταν ταπεινός.
Несмотря на своё богатство, аристократ был скромен. · Despite his wealth, the aristocrat was humble.