αριστερόχειρας
[aristeroˈxiras]существительноеο · мужской родA2
Значения
1
левша
left-handed person · άνθρωπος που γράφει με το αριστερό χέρι — человек, который пишет левой рукой
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αριστερόχειρας
вин.
τον αριστερόχειρα
род.
του αριστερόχειρα
зват.
αριστερόχειρα
Мн. ч.
им.
οι αριστερόχειρες
вин.
τους αριστερόχειρες
род.
των αριστερόχειρων
зват.
αριστερόχειρες
Примеры
Ο Γιάννης είναι αριστερόχειρας και γράφει με το αριστερό χέρι.
Янис — левша и пишет левой рукой. · Yannis is left-handed and writes with his left hand.
Πολλοί αριστερόχειρες προτιμούν ειδικά ψαλίδια.
Многие левши предпочитают специальные ножницы. · Many left-handed people prefer special scissors.
Δεν είναι δύσκολο να είσαι αριστερόχειρας στο σχολείο σήμερα.
Сегодня в школе не сложно быть левшой. · It is not difficult to be left-handed at school today.