Греческий словарь
с грамматикой

αριστερός

[a.ris.teˈros]прилагательноеA1

Значения

1
левый
left · αριστερό χέρι — левая рука
2
левый, прогрессивный (политический)
left-wing (political) · αριστερή πολιτική — левая политика

Грамматика

мужской род
им.
αριστερός
вин.
αριστερό
род.
αριστερού
зват.
αριστερέ
женский род
им.
αριστερή
вин.
αριστερή
род.
αριστερής
зват.
αριστερή
средний род
им.
αριστερό
вин.
αριστερό
род.
αριστερού
зват.
αριστερό

Примеры

Το αριστερό χέρι μου είναι δυνατότερο.
Моя левая рука сильнее. · My left hand is stronger.
Στρίψε αριστερά στην επόμενη γωνία.
Повернись налево на следующем углу. · Turn left at the next corner.
Η αριστερή πτέρυγα του κόμματος είναι πολύ δραστική.
Левое крыло партии очень активно. · The left wing of the party is very active.
Κάθισε στην αριστερή πλευρά του τραπεζιού.
Сядь с левой стороны стола. · Sit on the left side of the table.