αριθμός
[aˈriθmos]существительноеο · мужской родA1
Значения
1
число, цифра
number, numeral · ο αριθμός πέντε — число пять
2
количество
quantity, amount · μεγάλος αριθμός ανθρώπων — большое количество людей
3
номер
numeral, digit · ο αριθμός του σπιτιού — номер дома
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αριθμός
вин.
τον αριθμό
род.
του αριθμού
зват.
αριθμέ
Мн. ч.
им.
οι αριθμοί
вин.
τους αριθμούς
род.
των αριθμών
зват.
αριθμοί
Примеры
Ο αριθμός δέκα είναι ζυγός.
Число десять — чётное. · The number ten is even.
Υπάρχει μεγάλος αριθμός τουριστών το καλοκαίρι.
Летом приезжает большое количество туристов. · There is a large number of tourists in summer.
Ποιος είναι ο αριθμός του τηλεφώνου σας;
Какой ваш номер телефона? · What is your telephone number?
Οι αριθμοί από το ένα ως το εκατό είναι χρήσιμοι.
Числа от одного до ста полезны. · Numbers from one to a hundred are useful.