αριθμητικός
[ariθmiˈtikos]прилагательноеB1
Значения
1
арифметический, связанный с арифметикой
arithmetic, relating to arithmetic · αριθμητικές πράξεις — арифметические операции
2
числовой, выраженный числами
numerical, expressed in numbers · αριθμητική τιμή — числовое значение
Грамматика
мужской род
им.
αριθμητικός
вин.
αριθμητικό
род.
αριθμητικού
зват.
αριθμητικέ
женский род
им.
αριθμητική
вин.
αριθμητική
род.
αριθμητικής
зват.
αριθμητική
средний род
им.
αριθμητικό
вин.
αριθμητικό
род.
αριθμητικού
зват.
αριθμητικό
Примеры
Τα παιδιά μαθαίνουν αριθμητικές πράξεις στο σχολείο.
Дети учат арифметические операции в школе. · Children learn arithmetic operations at school.
Η αριθμητική ακολουθία αυξάνει κατά δύο κάθε φορά.
Числовая последовательность увеличивается на два каждый раз. · The arithmetic sequence increases by two each time.
Χρησιμοποίησε αριθμητικό συμβολισμό για να λύσει το πρόβλημα.
Он использовал числовой символизм, чтобы решить задачу. · He used numerical symbolism to solve the problem.