αρθρώνω
[aˈrθrono]глаголгруппа А (безударное -ω)B2
Значения
1
членораздельно произносить, внятно артикулировать
to articulate clearly, to pronounce distinctly · καθαρά αρθρώνω τα λόγια — я четко произношу слова
2
соединять суставом, связывать
to join by a joint, to articulate (anatomically) · τα οστά αρθρώνονται — кости соединяются суставом
3
структурировать, организовывать в четкую систему
to structure, to organize coherently · αρθρώνω μια στρατηγία — я структурирую стратегию
Грамматика
Настоящее время
εγώ
αρθρώνω
εσύ
αρθρώνεις
αυτός
αρθρώνει
εμείς
αρθρώνουμε
εσείς
αρθρώνετε
αυτοί
αρθρώνουν
Аорист
εγώ
αρθρώνησα
εσύ
αρθρώνησες
αυτός
αρθρώνησε
εμείς
αρθρώνησαμε
εσείς
αρθρώνησατε
αυτοί
αρθρώνησαν
Будущее
εγώ
θα αρθρώσω
εσύ
θα αρθρώσεις
αυτός
θα αρθρώσει
εμείς
θα αρθρώσουμε
εσείς
θα αρθρώσετε
αυτοί
θα αρθρώσουν
Примеры
Ο ηθοποιός αρθρώνει κάθε λέξη με μεγάλη σαφήνεια.
Актер четко артикулирует каждое слово. · The actor articulates every word with great clarity.
Η κάτω και η πάνω γνάθος αρθρώνονται στη σαγόνια.
Нижняя и верхняя челюсть соединяются в височно-нижнечелюстном суставе. · The lower and upper jaw articulate at the temporomandibular joint.
Πρέπει να αρθρώσουμε καλύτερα τις προτάσεις μας.
Нам нужно лучше структурировать наши предложения. · We need to structure our proposals better.
Αρθρώνησε την άποψή του με επιχειρήματα.
Он обосновал свое мнение аргументами. · He articulated his opinion with arguments.