Греческий словарь
с грамматикой

αρθρίτιδα

[arˈθriːtida]существительноеη · женский родB1

Значения

1
артрит (воспаление суставов)
arthritis (inflammation of the joints) · πόνος στα αρθρα — боль в суставах

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αρθρίτιδα
вин.
την αρθρίτιδα
род.
της αρθρίτιδας
зват.
αρθρίτιδα
Мн. ч.
им.
οι αρθρίτιδες
вин.
τις αρθρίτιδες
род.
των αρθρίτιδων
зват.
αρθρίτιδες

Примеры

Η αρθρίτιδα είναι συχνή στους ηλικιωμένους.
Артрит часто встречается у пожилых людей. · Arthritis is common in elderly people.
Ο γιατρός διέγνωσε ρευματοειδή αρθρίτιδα.
Врач диагностировал ревматоидный артрит. · The doctor diagnosed rheumatoid arthritis.
Τα φάρμακα για την αρθρίτιδα ανακουφίζουν τον πόνο.
Лекарства от артрита облегчают боль. · Medications for arthritis relieve the pain.
Πολλές αρθρίτιδες απαιτούν φυσιοθεραπεία.
Многие виды артрита требуют физиотерапии. · Many types of arthritis require physiotherapy.