Греческий словарь
с грамматикой

αργοπορώ

[arɣopoˈro]глаголгруппа Б2 (-ώ → -είς)B1

Значения

1
медлить, опаздывать, затягивать
to delay, to be slow, to take one's time · αργοπορώ στη δουλειά — я медлю на работе
2
запаздывать, прибывать с опозданием
to arrive late, to be tardy · αργοπορώ στο σχολείο — я опаздываю в школу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αργοπορώ
εσύ
αργοπορείς
αυτός
αργοπορεί
εμείς
αργοπορούμε
εσείς
αργοπορείτε
αυτοί
αργοπορούν
Аорист
εγώ
αργοπόρησα
εσύ
αργοπόρησες
αυτός
αργοπόρησε
εμείς
αργοπορήσαμε
εσείς
αργοπορήσατε
αυτοί
αργοπόρησαν
Будущее
εγώ
θα αργοπορήσω
εσύ
θα αργοπορήσεις
αυτός
θα αργοπορήσει
εμείς
θα αργοπορήσουμε
εσείς
θα αργοπορήσετε
αυτοί
θα αργοπορήσουν

Примеры

Αργοπορώ κάθε πρωί για τη δουλειά.
Я каждое утро опаздываю на работу. · I'm late for work every morning.
Γιατί αργοπορείς τόσο πολύ;
Почему ты так медлишь? · Why are you taking so long?
Αργοπόρησε και έχασε το τραίνο.
Он медлил и пропустил поезд. · He delayed and missed the train.
Δεν πρέπει να αργοπορείτε στις συναντήσεις.
Вы не должны опаздывать на встречи. · You shouldn't be late to meetings.