Греческий словарь
с грамматикой

αρέσω

[aˈreso]глаголA1

Значения

1
нравиться, быть приятным
to like, to be pleasing to · Μου αρέσει η μουσική. — Мне нравится музыка.
2
понравиться (перфектный вид)
to appeal to, to take a liking to · Του άρεσε το φαγητό. — Ему понравилось блюдо.

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρέσω
εσύ
αρέσεις
αυτός
αρέσει
εμείς
αρέσουμε
εσείς
αρέσετε
αυτοί
αρέσουν
Аорист
εγώ
άρεσα
εσύ
άρεσες
αυτός
άρεσε
εμείς
αρέσαμε
εσείς
αρέσατε
αυτοί
άρεσαν
Будущее
εγώ
θα αρέσω
εσύ
θα αρέσεις
αυτός
θα αρέσει
εμείς
θα αρέσουμε
εσείς
θα αρέσετε
αυτοί
θα αρέσουν

Примеры

Μου αρέσει πολύ η ταινία αυτή.
Мне очень нравится этот фильм. · I really like this film.
Του άρεσαν τα παιχνίδια του παρκ.
Ему понравились игры в парке. · He liked the games in the park.
Της αρέσουν τα γλυκά.
Ей нравятся сладкие изделия. · She likes sweets.
Θα του αρέσει το δώρό σας.
Ему понравится ваш подарок. · He will like your gift.