Греческий словарь
с грамматикой

αρέσκω

[aˈresko]глаголB1

Значения

1
нравиться, доставлять удовольствие
to please, to be pleasing to · Αυτό μου αρέσκει — Это мне нравится
2
угождать, стараться понравиться
to seek to please, to court favour · αρέσκει στον κόσμο — угождает людям

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αρέσκω
εσύ
αρέσκεις
αυτός
αρέσκει
εμείς
αρέσκουμε
εσείς
αρέσκετε
αυτοί
αρέσκουν
Аорист
εγώ
άρεσα
εσύ
άρεσες
αυτός
άρεσε
εμείς
αρέσαμε
εσείς
αρέσατε
αυτοί
άρεσαν
Будущее
εγώ
θα αρέσω
εσύ
θα αρέσεις
αυτός
θα αρέσει
εμείς
θα αρέσουμε
εσείς
θα αρέσετε
αυτοί
θα αρέσουν

Примеры

Αυτό το τραγούδι μου αρέσκει πολύ.
Мне очень нравится эта песня. · I like this song a lot.
Του αρέσει να αρέσκει σε όλους.
Ему нравится угождать всем. · He likes to please everyone.
Δεν μας αρέσκει το στυλ του.
Его стиль нам не нравится. · We don't like his style.
Ήθελε να αρέσει στην οικογένειά του.
Он хотел понравиться своей семье. · He wanted to please his family.