Греческий словарь
с грамматикой

αράχνη

[aˈraχni]существительноеη · женский родA1

Значения

1
паук
spider · το έντομο που φτιάχνει ιστό — насекомое, которое плетет паутину

Грамматика

Ед. ч.
им.
η αράχνη
вин.
την αράχνη
род.
της αράχνης
зват.
αράχνη
Мн. ч.
им.
οι αράχνες
вин.
τις αράχνες
род.
των αραχνών
зват.
αράχνες

Примеры

Μια αράχνη έφτιαξε ιστό στη γωνία.
Паук сплел паутину в углу. · A spider spun a web in the corner.
Οι αράχνες πιάνουν μύγες με τον ιστό τους.
Пауки ловят мух своей паутиной. · Spiders catch flies with their webs.
Έχω φοβία από τις αράχνες.
У меня фобия перед пауками. · I'm afraid of spiders.