Греческий словарь
с грамматикой

απόχρωση

[apˈoxrosi]существительноеη · женский родC1

Значения

1
оттенок, нюанс (в смысле, значении, выражении)
shade, nuance, subtle distinction · απόχρωση της σημασίας — оттенок смысла
2
оттенок цвета, полутон
shade of color, gradation · απόχρωση του κόκκινου — оттенок красного
3
отклонение, различие, расхождение
deviation, difference, divergence · απόχρωση από το κανονικό — отклонение от нормы

Грамматика

Ед. ч.
им.
η απόχρωση
вин.
την απόχρωση
род.
της απόχρωσης
зват.
απόχρωση
Мн. ч.
им.
οι αποχρώσεις
вин.
τις αποχρώσεις
род.
των αποχρώσεων
зват.
αποχρώσεις

Примеры

Υπάρχουν λεπτές αποχρώσεις μεταξύ των δύο λέξεων.
Между этими двумя словами есть тонкие нюансы. · There are subtle shades of meaning between these two words.
Αυτή η απόχρωση του μπλε είναι πολύ όμορφη.
Этот оттенок синего очень красивый. · This shade of blue is very beautiful.
Η απόχρωση της απόψεώς του ήταν ενδιαφέρουσα.
Нюанс его точки зрения был интересен. · The nuance of his viewpoint was interesting.
Παρατήρησα μια απόχρωση στη συμπεριφορά της.
Я заметил изменение в её поведении. · I noticed a shift in her behaviour.