Греческий словарь
с грамматикой

απότομα

[aˈpɔtoma]наречиеB1

Значения

1
резко, внезапно, неожиданно
abruptly, suddenly, sharply · σταμάτησε απότομα — он резко остановился
2
круто, под крутым углом
steeply, at a steep angle · δρόμος που κατεβαίνει απότομα — дорога, круто спускающаяся вниз
3
грубо, резко (в тоне, в словах)
curtly, bluntly, harshly · του απάντησε απότομα — ответила ему грубо

Примеры

Ο οδηγός σταμάτησε απότομα στο φανάρι.
Водитель резко затормозил на светофоре. · The driver stopped abruptly at the traffic light.
Το βουνό ανεβαίνει απότομα από την παραλία.
Гора круто поднимается от берега. · The mountain rises steeply from the beach.
Της μίλησε απότομα και της έκανε κακό.
Он говорил с ней грубо и обидел её. · He spoke to her harshly and hurt her feelings.
Η θερμοκρασία έπεσε απότομα την νύχτα.
Температура резко упала ночью. · The temperature dropped sharply during the night.