απόσταση
[aˈpostasi]существительноеη · женский родA2
Значения
1
расстояние, дистанция
distance, space between two points · η απόσταση από το σπίτι μέχρι το σχολείο — расстояние от дома до школы
2
отчужденность, дистанция (в отношениях)
distance, emotional or social separation · φυλάσσει απόσταση από τον αδερφό του — держит дистанцию с братом
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απόσταση
вин.
την απόσταση
род.
της απόστασης
зват.
απόσταση
Мн. ч.
им.
οι αποστάσεις
вин.
τις αποστάσεις
род.
των αποστάσεων
зват.
αποστάσεις
Примеры
Η απόσταση ανάμεσα στα δύο χωριά είναι πολλά χιλιόμετρα.
Расстояние между двумя деревнями составляет много километров. · The distance between the two villages is many kilometres.
Κάλυψαν μεγάλη απόσταση το πρώτο πρωί.
В первое утро они прошли большое расстояние. · They covered a long distance that first morning.
Διατηρούσαν κάποια απόσταση μεταξύ τους.
Они сохраняли определённую дистанцию друг от друга. · They maintained a certain distance between themselves.
Μπορούμε να δούμε το βουνό από μεγάλη απόσταση.
Мы можем видеть гору издалека. · We can see the mountain from a great distance.