απόσπασμα
[aˈpɔspazmə]существительноеτο · средний родB1
Значения
1
отрывок, фрагмент (текста, музыки)
excerpt, passage, fragment (of text, music) · απόσπασμα από το βιβλίο — отрывок из книги
2
отряд, подразделение войск
detachment, unit (of troops) · στρατιωτικό απόσπασμα — военный отряд
Грамматика
Ед. ч.
им.
το απόσπασμα
вин.
το απόσπασμα
род.
του αποσπάσματος
зват.
απόσπασμα
Мн. ч.
им.
τα αποσπάσματα
вин.
τα αποσπάσματα
род.
των αποσπασμάτων
зват.
αποσπάσματα
Примеры
Διάβασα ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από το μυθιστόρημα.
Я прочитал интересный отрывок из романа. · I read an interesting excerpt from the novel.
Το αποσπάσματα της συναυλίας ήταν εξαιρετικά.
Фрагменты концерта были исключительными. · The passages from the concert were outstanding.
Στάλθηκε ένα στρατιωτικό απόσπασμα στην περιοχή.
В этот район был отправлен военный отряд. · A military detachment was sent to the area.
Των αποσπασμάτων αυτών η σημασία είναι μεγάλη.
Значение этих отрывков велико. · The significance of these excerpts is great.