απόπειρα
[aˈpɔpira]существительноеη · женский родB2
Значения
1
попытка совершить преступление (особенно убийство), которая не была доведена до конца
attempted crime, especially an attempt on someone's life that was not completed · απόπειρα δολοφονίας — попытка убийства
2
вообще любая неудачная попытка, замах
any unsuccessful attempt or venture · μια απόπειρα να γράψει ένα μυθιστόρημα — попытка написать роман
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απόπειρα
вин.
την απόπειρα
род.
της απόπειρας
зват.
απόπειρα
Мн. ч.
им.
οι απόπειρες
вин.
τις απόπειρες
род.
των απόπειρων
зват.
απόπειρες
Примеры
Η απόπειρα δολοφονίας του προέδρου απέτυχε.
Попытка убийства президента не удалась. · The attempted assassination of the president failed.
Κατηγορήθηκε για απόπειρα διάρρηξης τράπεζας.
Его обвинили в попытке ограбления банка. · He was accused of attempted bank robbery.
Η πρώτη του απόπειρα να γίνει ηθοποιός ήταν αποτυχημένη.
Его первая попытка стать актёром была неудачной. · His first attempt at becoming an actor was unsuccessful.
Αυτές οι απόπειρες εκσυγχρονισμού δεν έφεραν αποτέλεσμα.
Эти попытки модернизации не дали результата. · These modernization attempts yielded no results.