απόλυση
[aˈpolusi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
увольнение (с работы)
dismissal, firing from a job · απόλυση από τη δουλειά — увольнение с работы
2
освобождение, отпуск (в смысле прекращения обязательств)
release, discharge, exemption from duty · απόλυση από στρατό — демобилизация
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απόλυση
вин.
την απόλυση
род.
της απόλυσης
зват.
απόλυση
Мн. ч.
им.
οι απολύσεις
вин.
τις απολύσεις
род.
των απολύσεων
зват.
απολύσεις
Примеры
Η απόλυση προκάλεσε μεγάλη θλίψη στην οικογένειά του.
Увольнение причинило большую печаль его семье. · The dismissal caused great sorrow to his family.
Χιλιάδες απολύσεις έγιναν την περίοδο της κρίσης.
Тысячи увольнений произошли в период кризиса. · Thousands of dismissals occurred during the crisis period.
Η απόλυσή του από το στρατό ήταν τιμητική.
Его почётное увольнение из армии было с честью. · His discharge from the army was honorable.