απόλαυση
[apoˈlafsi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
удовольствие, наслаждение
pleasure, enjoyment · η απόλαυση της ζωής — удовольствие от жизни
2
пользование, использование (чего-либо)
use, benefit (of something) · απόλαυση των δικαιωμάτων — пользование правами
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απόλαυση
вин.
την απόλαυση
род.
της απόλαυσης
зват.
απόλαυση
Мн. ч.
им.
οι απολαύσεις
вин.
τις απολαύσεις
род.
των απολαύσεων
зват.
απολαύσεις
Примеры
Η απόλαυση του καλού φαγητού είναι ένα από τα μεγάλα χαρίσματα.
Удовольствие от хорошей еды — одно из больших благ. · Enjoying good food is one of life's great pleasures.
Περνούσε τις διακοπές του με απόλαυση στη θάλασσα.
Он наслаждался своим отпуском на море. · He spent his holidays enjoying himself by the sea.
Όλοι έχουν δικαίωμα απόλαυσης των πολιτικών δικαιωμάτων τους.
Все имеют право пользоваться своими политическими правами. · Everyone has the right to exercise their political rights.