απόκτηση
[apˈɔktisi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
приобретение, получение (имущества, знаний, навыков)
acquisition, obtaining (of property, knowledge, skills) · απόκτηση γνώσης — приобретение знаний
2
завоевание, захват (территории)
conquest, acquisition (of territory) · απόκτηση εδαφών — захват территорий
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απόκτηση
вин.
την απόκτηση
род.
της απόκτησης
зват.
απόκτηση
Мн. ч.
им.
οι αποκτήσεις
вин.
τις αποκτήσεις
род.
των αποκτήσεων
зват.
αποκτήσεις
Примеры
Η απόκτηση δεξιοτήτων απαιτεί χρόνο και υπομονή.
Приобретение навыков требует времени и терпения. · The acquisition of skills requires time and patience.
Στόχος της εταιρείας είναι η απόκτηση νέων πελατών.
Цель компании — привлечение новых клиентов. · The company's goal is the acquisition of new customers.
Η απόκτηση της περιοχής ήταν αποτέλεσμα πολέμου.
Захват региона был результатом войны. · The conquest of the region was the outcome of war.
Η απόκτηση περιουσίας δεν είναι εύκολη διαδικασία.
Приобретение собственности — непростой процесс. · Property acquisition is not a simple process.