Греческий словарь
с грамматикой

απόκρυψη

[apˈɔkripsɪ]существительноеη · женский родB2

Значения

1
скрывание, утаивание, сокрытие
concealment, hiding, secrecy · η απόκρυψη της αλήθειας — скрывание правды
2
тайное место, убежище
hiding place, hideout · βρήκαν μια απόκρυψη στο δάσος — нашли убежище в лесу

Грамматика

Ед. ч.
им.
η απόκρυψη
вин.
την απόκρυψη
род.
της απόκρυψης
зват.
απόκρυψη
Мн. ч.
им.
οι αποκρύψεις
вин.
τις αποκρύψεις
род.
των αποκρύψεων
зват.
αποκρύψεις

Примеры

Η απόκρυψη της αλήθειας ήταν λάθος.
Скрывание правды было ошибкой. · Concealing the truth was a mistake.
Κανείς δεν θα ανέχεται την απόκρυψη στοιχείων.
Никто не потерпит утаивание фактов. · No one will tolerate the withholding of facts.
Βρήκαν τον αντάρτη σε μια απόκρυψη στα βουνά.
Нашли партизана в убежище в горах. · They found the partisan in a hideout in the mountains.
Οι αποκρύψεις πληροφοριών δεν θα περάσουν απαρατήρητες.
Утаивание информации не останется незамеченным. · The concealment of information will not go unnoticed.