Греческий словарь
с грамматикой

απόγονος

[aˈpoɣonos]существительноеο · мужской родB1

Значения

1
потомок, наследник
descendant, offspring · ο απόγονος του βασιλέα — потомок царя
2
продукт, результат развития
product, result of development · απόγονος της σύγχρονης τεχνολογίας — продукт современных технологий

Грамматика

Ед. ч.
им.
ο απόγονος
вин.
τον απόγονο
род.
του απογόνου
зват.
απόγονε
Мн. ч.
им.
οι απόγονοι
вин.
τους απογόνους
род.
των απογόνων
зват.
απόγονοι

Примеры

Ο απόγονος του μεγάλου ποιητή έγινε ζωγράφος.
Потомок великого поэта стал художником. · The descendant of the great poet became a painter.
Οι απόγονοί μας θα ζήσουν σε ένα διαφορετικό κόσμο.
Наши потомки будут жить в другом мире. · Our descendants will live in a different world.
Αυτό το όχημα είναι απόγονος της ιαπωνικής τεχνολογίας.
Это транспортное средство — результат японских технологий. · This vehicle is a product of Japanese technology.