απόγειο
[aˈpoʝio]существительноеτο · средний родA2
Значения
1
чердак, мансарда
attic, loft · δωμάτιο κάτω από την στέγη — комната под крышей
2
верхний этаж, верхние помещения дома
upper storey, upper floor of a building · τα πάνω δωμάτια του σπιτιού — верхние комнаты дома
Грамматика
Ед. ч.
им.
το απόγειο
вин.
το απόγειο
род.
του απογείου
зват.
απόγειο
Мн. ч.
им.
τα απόγεια
вин.
τα απόγεια
род.
των απογείων
зват.
απόγεια
Примеры
Στο απόγειο του σπιτιού υπάρχουν παλιά έπιπλα.
На чердаке дома лежит старая мебель. · In the attic of the house there is old furniture.
Οι παιδιά έπαιζαν στο απόγειο όλο το απόγευμα.
Дети играли в мансарде весь день. · The children played in the loft all afternoon.
Τα απόγεια του κτιρίου είναι πολύ φωτεινά.
Верхние этажи здания очень светлые. · The upper storeys of the building are very bright.