απόβαση
[aˈpovasi]существительноеη · женский родB2
Значения
1
высадка, десант (военная операция)
landing, amphibious assault · στρατιωτική απόβαση — военная высадка
2
прибытие, высадка (пассажиров)
disembarkation, arrival (of passengers) · απόβαση επιβατών — высадка пассажиров
Грамматика
Ед. ч.
им.
η απόβαση
вин.
την απόβαση
род.
της απόβασης
зват.
απόβαση
Мн. ч.
им.
οι αποβάσεις
вин.
τις αποβάσεις
род.
των αποβάσεων
зват.
αποβάσεις
Примеры
Η απόβαση των συμμάχων ήταν στις 6 Ιουνίου.
Высадка союзников произошла 6 июня. · The allies' landing took place on 6 June.
Προετοιμάζαμε την απόβαση των επιβατών προσεκτικά.
Мы тщательно готовили высадку пассажиров. · We carefully prepared the passengers' disembarkation.
Περί τις αποβάσεις έγιναν μάχες σκληρές.
Во время высадок происходили жестокие бои. · During the landings fierce battles took place.