αποχώρηση
[apoxoˈrisi]существительноеη · женский родB1
Значения
1
отступление, уход (военное действие)
retreat, withdrawal (military action) · η αποχώρηση του στρατού — отступление армии
2
уход, отставка (с должности, из организации)
departure, resignation (from a position, organization) · η αποχώρηση από τη δουλειά — уход с работы
3
уход, отбытие (физическое перемещение)
departure, leaving (physical movement) · η αποχώρηση από το σπίτι — уход из дома
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αποχώρηση
вин.
την αποχώρηση
род.
της αποχώρησης
зват.
αποχώρηση
Мн. ч.
им.
οι αποχωρήσεις
вин.
τις αποχωρήσεις
род.
των αποχωρήσεων
зват.
αποχωρήσεις
Примеры
Η αποχώρηση του διευθυντή προκάλεσε εκπληκτήρια.
Отставка директора вызвала удивление. · The director's resignation caused surprise.
Η αποχώρηση των δυνάμεων ήταν τακτική και ταχεία.
Отступление войск было организованным и быстрым. · The withdrawal of forces was orderly and swift.
Αποφάσισε την αποχώρησή του στο τέλος του έτους.
Он решил уйти в конце года. · He decided on his departure at year's end.
Οι αποχωρήσεις των επισκεπτών ήταν σταδιακές.
Уходы посетителей происходили постепенно. · The visitors' departures were gradual.