Греческий словарь
с грамматикой

αποχωρώ

[apoxoˈro]глаголB1

Значения

1
уходить, удаляться (из места, от группы людей)
to leave, to depart, to withdraw (from a place or group) · αποχώρησε από το δωμάτιο — он вышел из комнаты
2
отказываться, отступать (от должности, от намерения)
to resign, to step down, to back down (from office or intention) · αποχώρησε από τη θέση του — он ушел с поста

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποχωρώ
εσύ
αποχωρείς
αυτός
αποχωρεί
εμείς
αποχωρούμε
εσείς
αποχωρείτε
αυτοί
αποχωρούν
Аорист
εγώ
αποχώρησα
εσύ
αποχώρησες
αυτός
αποχώρησε
εμείς
αποχωρήσαμε
εσείς
αποχωρήσατε
αυτοί
αποχώρησαν
Будущее
εγώ
θα αποχωρήσω
εσύ
θα αποχωρήσεις
αυτός
θα αποχωρήσει
εμείς
θα αποχωρήσουμε
εσείς
θα αποχωρήσετε
αυτοί
θα αποχωρήσουν

Примеры

Αποχώρησε από τη συνάντηση πολύ νωρίς.
Он очень рано ушел со встречи. · He left the meeting very early.
Οι στρατιώτες αποχώρησαν από την πόλη.
Солдаты ушли из города. · The soldiers withdrew from the city.
Αποχωρώ από τη θέση μου την επόμενη εβδομάδα.
Я ухожу с должности на следующей неделе. · I'm resigning from my position next week.
Αποχώρησαν χωρίς να πούν τίποτα.
Они ушли, ничего не сказав. · They left without saying anything.