Греческий словарь
с грамматикой

αποχαιρετώ

[apoxɛrɛˈto]глаголA2

Значения

1
прощаться, прощаться с кем-либо
to say goodbye, to bid farewell to someone · αποχαιρετώ έναν φίλο — прощаюсь с другом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποχαιρετώ
εσύ
αποχαιρετάς
αυτός
αποχαιρετά
εμείς
αποχαιρετούμε
εσείς
αποχαιρετάτε
αυτοί
αποχαιρετούν
Аорист
εγώ
αποχαιρέτησα
εσύ
αποχαιρέτησες
αυτός
αποχαιρέτησε
εμείς
αποχαιρετήσαμε
εσείς
αποχαιρετήσατε
αυτοί
αποχαιρέτησαν
Будущее
εγώ
θα αποχαιρετήσω
εσύ
θα αποχαιρετήσεις
αυτός
θα αποχαιρετήσει
εμείς
θα αποχαιρετήσουμε
εσείς
θα αποχαιρετήσετε
αυτοί
θα αποχαιρετήσουν

Примеры

Αποχαιρέτησα τον φίλο μου στο αεροδρόμιο.
Я попрощался со своим другом в аэропорту. · I said goodbye to my friend at the airport.
Θα αποχαιρετήσουμε αύριο το πρωί.
Мы прощаться завтра утром. · We'll say goodbye tomorrow morning.
Αποχαιρετώ πάντα τους συναδέλφους μου με χαμόγελο.
Я всегда прощаюсь со своими коллегами с улыбкой. · I always bid farewell to my colleagues with a smile.