αποχαιρετισμός
[apoçeretiˈzmos]существительноеο · мужской родB1
Значения
1
прощание, прощальное слово
farewell, goodbye · λέγω αποχαιρετισμό — говорю прощание
2
прощальная речь или церемония
farewell speech or ceremony · αποχαιρετισμός ενός συναδέλφου — прощание коллеги
Грамматика
Ед. ч.
им.
ο αποχαιρετισμός
вин.
τον αποχαιρετισμό
род.
του αποχαιρετισμού
зват.
αποχαιρετισμέ
Мн. ч.
им.
οι αποχαιρετισμοί
вин.
τους αποχαιρετισμούς
род.
των αποχαιρετισμών
зват.
αποχαιρετισμοί
Примеры
Ο αποχαιρετισμός του ήταν πολύ συγκινητικός.
Его прощание было очень трогательным. · His farewell was very moving.
Δεν πρόλαβα να της πω αποχαιρετισμό.
Я не успел ей сказать до свидания. · I didn't have time to say goodbye to her.
Στον αποχαιρετισμό του διευθυντή παρευρέθησαν όλοι.
На прощальной речи директора присутствовали все. · Everyone attended the director's farewell speech.