Греческий словарь
с грамматикой

αποφοιτέω

[apofiˈteo]глаголгруппа А (безударное -ω)B1

Значения

1
окончить учебное заведение, получить диплом
graduate from a school or university · αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο — окончил университет

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποφοιτέω
εσύ
αποφοιτείς
αυτός
αποφοιτεί
εμείς
αποφοιτούμε
εσείς
αποφοιτείτε
αυτοί
αποφοιτούν
Аорист
εγώ
αποφοίτησα
εσύ
αποφοίτησες
αυτός
αποφοίτησε
εμείς
αποφοιτήσαμε
εσείς
αποφοιτήσατε
αυτοί
αποφοίτησαν
Будущее
εγώ
θα αποφοιτήσω
εσύ
θα αποφοιτήσεις
αυτός
θα αποφοιτήσει
εμείς
θα αποφοιτήσουμε
εσείς
θα αποφοιτήσετε
αυτοί
θα αποφοιτήσουν

Примеры

Αποφοίτησε από το λύκειο πέρυσι.
Она закончила среднюю школу в прошлом году. · She graduated from high school last year.
Θα αποφοιτήσουν όλοι τον Ιούνιο.
Все получат дипломы в июне. · They will all graduate in June.
Αποφοιτούν από διαφορετικές σχολές κάθε χρόνο.
Из разных факультетов выпускаются люди каждый год. · Students graduate from different faculties every year.