αποφασιστικότητα
[apofasistiˈkotita]существительноеη · женский родB2
Значения
1
решительность, твёрдость воли
decisiveness, determination, firmness · η αποφασιστικότητα του ηγέτη — решительность лидера
2
категоричность, резкость в суждениях
assertiveness, categorical nature · με αποφασιστικότητα — категорично, решительно
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αποφασιστικότητα
вин.
την αποφασιστικότητα
род.
της αποφασιστικότητας
зват.
αποφασιστικότητα
Мн. ч.
им.
οι αποφασιστικότητες
вин.
τις αποφασιστικότητες
род.
των αποφασιστικοτήτων
зват.
αποφασιστικότητες
Примеры
Η αποφασιστικότητά του τον έκανε επιτυχημένο.
Его решительность сделала его успешным. · His decisiveness made him successful.
Χρειαζόμαστε αποφασιστικότητα στην κρίσιμη στιγμή.
Нам нужна решительность в критический момент. · We need decisiveness at this critical moment.
Μίλησε με αποφασιστικότητα και σαφήνεια.
Он говорил решительно и ясно. · She spoke with determination and clarity.