Греческий словарь
с грамматикой

αποφασιστικός

[apofasisˈtikos]прилагательноеB1

Значения

1
решительный, твёрдый, категоричный
decisive, resolute, determined · αποφασιστικό βήμα — решительный шаг
2
решающий, определяющий
decisive, determining, conclusive · αποφασιστικός παράγοντας — решающий фактор

Грамматика

мужской род
им.
αποφασιστικός
вин.
αποφασιστικό
род.
αποφασιστικού
зват.
αποφασιστικέ
женский род
им.
αποφασιστική
вин.
αποφασιστική
род.
αποφασιστικής
зват.
αποφασιστική
средний род
им.
αποφασιστικό
вин.
αποφασιστικό
род.
αποφασιστικού
зват.
αποφασιστικό

Примеры

Έλαβε μια αποφασιστική απόφαση για το μέλλον του.
Он принял решительное решение о своём будущем. · He made a decisive decision about his future.
Η αποφασιστική στάση της τον εντυπωσίασε πολύ.
Её твёрдая позиция произвела на него большое впечатление. · Her resolute stance impressed him greatly.
Αυτός ο αποφασιστικός παράγοντας άλλαξε το αποτέλεσμα του αγώνα.
Этот решающий фактор изменил исход матча. · This decisive factor changed the outcome of the match.
Χρειαζόμαστε αποφασιστικές ενέργειες τώρα, όχι λόγια.
Нам нужны решительные действия сейчас, а не слова. · We need decisive action now, not words.