Греческий словарь
с грамматикой

αποφασίζω

[apofaˈsizo]глаголA2

Значения

1
решать, принимать решение
to decide, to make a decision · αποφάσισα να φύγω — я решил уйти
2
определять, устанавливать
to determine, to settle · αποφάσισε το μέλλον του — это определило его будущее

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποφασίζω
εσύ
αποφασίζεις
αυτός
αποφασίζει
εμείς
αποφασίζουμε
εσείς
αποφασίζετε
αυτοί
αποφασίζουν
Аорист
εγώ
αποφάσισα
εσύ
αποφάσισες
αυτός
αποφάσισε
εμείς
αποφασίσαμε
εσείς
αποφασίσατε
αυτοί
αποφάσισαν
Будущее
εγώ
θα αποφασίσω
εσύ
θα αποφασίσεις
αυτός
θα αποφασίσει
εμείς
θα αποφασίσουμε
εσείς
θα αποφασίσετε
αυτοί
θα αποφασίσουν

Примеры

Αποφάσισα να σπουδάσω ιατρική.
Я решил учиться медицине. · I decided to study medicine.
Αποφασίζουμε κάθε μέρα τι θα φάμε.
Мы решаем каждый день, что будем есть. · We decide every day what to eat.
Το δικαστήριο αποφάσισε υπέρ του κατηγορουμένου.
Суд вынес решение в пользу обвиняемого. · The court ruled in favor of the defendant.
Θα αποφασίσουν αύριο για την εκδρομή.
Завтра они решат насчёт экскурсии. · They will decide about the trip tomorrow.