Греческий словарь
с грамматикой

απουσιάζω

[apusiˈazo]глаголA2

Значения

1
отсутствовать, не быть на месте
to be absent, to be away · Απουσιάζει από το σχολείο — Он отсутствует в школе

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απουσιάζω
εσύ
απουσιάζεις
αυτός
απουσιάζει
εμείς
απουσιάζουμε
εσείς
απουσιάζετε
αυτοί
απουσιάζουν
Аорист
εγώ
απούσιασα
εσύ
απούσιασες
αυτός
απούσιασε
εμείς
απουσιάσαμε
εσείς
απουσιάσατε
αυτοί
απούσιασαν
Будущее
εγώ
θα απουσιάσω
εσύ
θα απουσιάσεις
αυτός
θα απουσιάσει
εμείς
θα απουσιάσουμε
εσείς
θα απουσιάσετε
αυτοί
θα απουσιάσουν

Примеры

Ο Γιάννης απουσίαζε στο μάθημα χθες.
Янис отсутствовал на уроке вчера. · Yiannis was absent from class yesterday.
Πόσες φορές απουσιάζετε το μήνα;
Сколько раз в месяц вы отсутствуете? · How many times a month are you absent?
Αν απουσιάσεις τρεις φορές, θα κοπείς.
Если ты трижды отсутствуешь, тебя исключат. · If you are absent three times, you'll be failed.