αποτύπωμα
[apotiˈpoma]существительноеτο · средний родB2
Значения
1
отпечаток, след
imprint, impression, mark · αποτύπωμα στο χώμα — отпечаток на земле
2
отражение, запись (абстрактное)
reflection, record (abstract) · αποτύπωμα της ιστορίας — запись истории
Грамматика
Ед. ч.
им.
το αποτύπωμα
вин.
το αποτύπωμα
род.
του αποτυπώματος
зват.
αποτύπωμα
Мн. ч.
им.
τα αποτυπώματα
вин.
τα αποτυπώματα
род.
των αποτυπωμάτων
зват.
αποτυπώματα
Примеры
Βρήκαμε αποτυπώματα ποδιών στην άμμο.
Мы нашли отпечатки ног на песке. · We found footprints in the sand.
Το αποτύπωμα του εγκλήματος παραμένει.
Отпечаток преступления остаётся. · The mark of the crime remains.
Αυτό το βιβλίο είναι αποτύπωμα της εποχής του.
Эта книга — отражение своего времени. · This book is a reflection of its era.
Των αποτυπωμάτων αυτών θα θυμόμαστε πάντα.
Эти следы мы будем помнить всегда. · We shall always remember these traces.