Греческий словарь
с грамматикой

αποτυχημένος

[apotixiˈmenos]прилагательноеB1

Значения

1
неудачный, безуспешный
unsuccessful, failed · αποτυχημένη προσπάθεια — неудачная попытка
2
несчастный, испытывающий неудачу
unfortunate, unlucky · αποτυχημένος άνθρωπος — несчастный человек

Грамматика

мужской род
им.
αποτυχημένος
вин.
αποτυχημένο
род.
αποτυχημένου
зват.
αποτυχημένε
женский род
им.
αποτυχημένη
вин.
αποτυχημένη
род.
αποτυχημένης
зват.
αποτυχημένη
средний род
им.
αποτυχημένο
вин.
αποτυχημένο
род.
αποτυχημένου
зват.
αποτυχημένο

Примеры

Το αποτυχημένο πείραμα δεν έδωσε αποτελέσματα.
Неудачный эксперимент не дал результатов. · The failed experiment yielded no results.
Ήταν μια αποτυχημένη επιχείρηση από την αρχή.
Это была неудачная затея с самого начала. · It was a failed venture from the start.
Ο αποτυχημένος ηθοποιός εγκατέλειψε το θέατρο.
Неудачный актёр покинул театр. · The unsuccessful actor abandoned the theatre.