αποτυχία
[apotiçˈia]существительноеη · женский родA2
Значения
1
неудача, провал
failure, unsuccessful attempt · η αποτυχία στο διαγώνισμα — провал на экзамене
2
человек, который не добился успеха
unsuccessful person, failure (as a person) · είναι μια αποτυχία — он неудачник
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αποτυχία
вин.
την αποτυχία
род.
της αποτυχίας
зват.
αποτυχία
Мн. ч.
им.
οι αποτυχίες
вин.
τις αποτυχίες
род.
των αποτυχιών
зват.
αποτυχίες
Примеры
Η αποτυχία του στην εξέταση τον απογοήτευσε.
Его неудача на экзамене его разочаровала. · His failure in the exam disappointed him.
Πολλές αποτυχίες τον έκαναν πιο δυνατό.
Множество неудач сделало его сильнее. · Many failures made him stronger.
Δεν φοβάται την αποτυχία στη ζωή του.
Он не боится неудачи в своей жизни. · He is not afraid of failure in his life.