Греческий словарь
с грамматикой

αποτυπώνω

[apotipˈono]глаголB2

Значения

1
отпечатывать, отражать (в памяти, на материале)
to imprint, to capture (in memory, on a surface) · αποτυπώνω την εικόνα στο χαρτί — отпечатываю изображение на бумаге
2
фиксировать, записывать, документировать
to record, to document, to set down · αποτυπώνω τα γεγονότα στο ημερολόγιό μου — фиксирую события в моем дневнике

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποτυπώνω
εσύ
αποτυπώνεις
αυτός
αποτυπώνει
εμείς
αποτυπώνουμε
εσείς
αποτυπώνετε
αυτοί
αποτυπώνουν
Аорист
εγώ
αποτύπωσα
εσύ
αποτύπωσες
αυτός
αποτύπωσε
εμείς
αποτυπώσαμε
εσείς
αποτυπώσατε
αυτοί
αποτύπωσαν
Будущее
εγώ
θα αποτυπώσω
εσύ
θα αποτυπώσεις
αυτός
θα αποτυπώσει
εμείς
θα αποτυπώσουμε
εσείς
θα αποτυπώσετε
αυτοί
θα αποτυπώσουν

Примеры

Η φωτογραφία αποτυπώνει τη στιγμή τέλεια.
Фотография идеально запечатлела этот момент. · The photograph perfectly captures that moment.
Αποτύπωσε τις σκέψεις του στο χαρτί.
Он записал свои мысли на бумаге. · He wrote down his thoughts on paper.
Το βιβλίο αποτυπώνει την πολιτική κατάσταση της εποχής.
Книга документирует политическую ситуацию того времени. · The book documents the political situation of the era.