Греческий словарь
с грамматикой

αποτρέπω

[apotˈrepo]глаголB2

Значения

1
отговаривать, отвращать (кого-л. от чего-л.)
to deter, to dissuade (someone from something) · τον αποτρέπω από τη μεσαλλιανση — я отговариваю его от ошибки
2
предотвращать, предупреждать (что-л.)
to prevent, to avert (something) · αποτρέπω το κακό — я предотвращаю беду

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποτρέπω
εσύ
αποτρέπεις
αυτός
αποτρέπει
εμείς
αποτρέπουμε
εσείς
αποτρέπετε
αυτοί
αποτρέπουν
Аорист
εγώ
απέτρεψα
εσύ
απέτρεψες
αυτός
απέτρεψε
εμείς
απετρέψαμε
εσείς
απετρέψατε
αυτοί
απέτρεψαν
Будущее
εγώ
θα αποτρέψω
εσύ
θα αποτρέψεις
αυτός
θα αποτρέψει
εμείς
θα αποτρέψουμε
εσείς
θα αποτρέψετε
αυτοί
θα αποτρέψουν

Примеры

Προσπάθησα να τον αποτρέψω από τη δύσκολη απόφαση.
Я пытался отговорить его от этого трудного решения. · I tried to dissuade him from that difficult decision.
Αυτά τα μέτρα θα αποτρέψουν τη φυγή των πελατών.
Эти меры предотвратят уход клиентов. · These measures will prevent customer defection.
Η τροχαία απέτρεψε ένα σοβαρό ατύχημα χθες.
Вчера полиция предотвратила серьёзное ДТП. · Yesterday the traffic police averted a serious accident.
Δεν μπορώ να σε αποτρέψω αν έχεις ήδη αποφασίσει.
Я не смогу тебя отговорить, если ты уже решил. · I can't deter you if you've already made up your mind.