Греческий словарь
с грамматикой

αποτελώ

[apoteˈlo]глаголB1

Значения

1
составлять, образовывать, быть чем-либо
to compose, to make up, to constitute · Αυτό αποτελεί πρόβλημα — Это представляет проблему
2
быть результатом, являться итогом
to be the result of, to turn out to be · Το αποτέλεσμα αποτελεί επιτυχία — Результат оказался успехом

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποτελώ
εσύ
αποτελείς
αυτός
αποτελεί
εμείς
αποτελούμε
εσείς
αποτελείτε
αυτοί
αποτελούν
Аорист
εγώ
αποτέλεσα
εσύ
αποτέλεσες
αυτός
αποτέλεσε
εμείς
αποτελέσαμε
εσείς
αποτελέσατε
αυτοί
αποτέλεσαν
Будущее
εγώ
θα αποτελέσω
εσύ
θα αποτελέσεις
αυτός
θα αποτελέσει
εμείς
θα αποτελέσουμε
εσείς
θα αποτελέσετε
αυτοί
θα αποτελέσουν

Примеры

Το ελληνικό νησί αποτελεί ένα όμορφο τοπίο.
Греческий остров представляет собой прекрасный пейзаж. · The Greek island constitutes a beautiful landscape.
Οι δάσκαλοι αποτελούν σημαντικό μέρος της κοινωνίας.
Учителя составляют важную часть общества. · Teachers make up an important part of society.
Αυτό αποτέλεσε έκπληξη για όλους.
Это стало неожиданностью для всех. · This turned out to be a surprise for everyone.
Θα αποτελέσει μέρος του προγράμματος.
Это будет частью программы. · It will be part of the program.