αποτελεσματικότητα
[apotelesmatikótiːta]существительноеη · женский родC1
Значения
1
эффективность, действенность
effectiveness, efficacy · η αποτελεσματικότητα μιας μεθόδου — действенность метода
2
результативность, способность давать результаты
capacity to produce results · αποτελεσματικότητα στη δουλειά — результативность в работе
Грамматика
Ед. ч.
им.
η αποτελεσματικότητα
вин.
την αποτελεσματικότητα
род.
της αποτελεσματικότητας
зват.
αποτελεσματικότητα
Мн. ч.
им.
οι αποτελεσματικότητες
вин.
τις αποτελεσματικότητες
род.
των αποτελεσματικοτήτων
зват.
αποτελεσματικότητες
Примеры
Η αποτελεσματικότητα του φαρμάκου αποδείχθηκε με δοκιμές.
Эффективность лекарства была доказана испытаниями. · The efficacy of the drug was proven by clinical trials.
Πρέπει να βελτιώσουμε την αποτελεσματικότητα της παραγωγής.
Мы должны улучшить результативность производства. · We need to improve the effectiveness of production.
Αμφιβάλλω για την αποτελεσματικότητα αυτής της πολιτικής.
Я сомневаюсь в действенности этой политики. · I doubt the effectiveness of this policy.