Греческий словарь
с грамматикой

αποσύρω

[aposˈiro]глаголB1

Значения

1
отступать, отводить (войска, силы)
to withdraw, to pull back (troops, forces) · αποσύρω τα στρατεύματα — отступают войска
2
вытягивать, вытаскивать (что-либо)
to pull out, to draw out (something) · αποσύρω το χέρι — вытягиваю руку
3
отозвать, отменить (предложение, жалобу)
to withdraw, to retract (an offer, complaint) · αποσύρω την προσφορά — снимаю предложение

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποσύρω
εσύ
αποσύρεις
αυτός
αποσύρει
εμείς
αποσύρουμε
εσείς
αποσύρετε
αυτοί
αποσύρουν
Аорист
εγώ
απέσυρα
εσύ
απέσυρες
αυτός
απέσυρε
εμείς
απεσύραμε
εσείς
απεσύρατε
αυτοί
απέσυραν
Будущее
εγώ
θα αποσύρω
εσύ
θα αποσύρεις
αυτός
θα αποσύρει
εμείς
θα αποσύρουμε
εσείς
θα αποσύρετε
αυτοί
θα αποσύρουν

Примеры

Ο στρατηγός αποσύρει τα στρατεύματα από την πόλη.
Полководец отводит войска из города. · The general withdraws the troops from the city.
Απέσυρε το χέρι του από το τραπέζι.
Он вытянул руку со стола. · He pulled his hand away from the table.
Θα αποσύρουμε την παράπονή μας αν ζητήσετε συγγνώμη.
Мы отозвём нашу жалобу, если вы попросите прощения. · We will withdraw our complaint if you apologize.
Αποσυρόμενος από τη δημόσια ζωή, αποφάσισε να ζήσει στο χωριό.
Уходя из общественной жизни, он решил жить в деревне. · Withdrawing from public life, he decided to live in the village.