Греческий словарь
с грамматикой

αποσύρομαι

[apɔˈsiromai]глаголB1

Значения

1
отступать, отходить (в боевых действиях или под давлением)
to withdraw, to retreat (in combat or under pressure) · ο στρατός αποσύρεται — армия отступает
2
уходить, покидать (место, ситуацию); отказываться от участия
to leave, to withdraw from (a place, situation); to back out · αποσύρομαι από τη συζήτηση — я выхожу из обсуждения
3
снимать (одежду, украшения и т.п.)
to remove, to take off (clothing, jewelry, etc.) · αποσύρω το δαχτυλίδι — я снимаю кольцо

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποσύρομαι
εσύ
αποσύρεσαι
αυτός
αποσύρεται
εμείς
αποσυρόμαστε
εσείς
αποσύρεστε
αυτοί
αποσύρονται
Аорист
εγώ
αποσύρθηκα
εσύ
αποσύρθηκες
αυτός
αποσύρθηκε
εμείς
αποσυρθήκαμε
εσείς
αποσυρθήκατε
αυτοί
αποσύρθηκαν
Будущее
εγώ
θα αποσυρθώ
εσύ
θα αποσυρθείς
αυτός
θα αποσυρθεί
εμείς
θα αποσυρθούμε
εσείς
θα αποσυρθείτε
αυτοί
θα αποσυρθούν

Примеры

Ο στρατός αποσύρθηκε από τη γραμμή.
Армия отступила с линии фронта. · The army withdrew from the frontline.
Αποσύρομαι από αυτή τη συμφωνία.
Я отказываюсь от этого соглашения. · I'm backing out of this agreement.
Αποσύρετε τα παπούτσια σας, παρακαλώ.
Снимите ваши туфли, пожалуйста. · Please remove your shoes.
Θα αποσυρθούν από το διαγωνισμό.
Они выведут себя из конкурса. · They will withdraw from the competition.