Греческий словарь
с грамматикой

αποστέλλω

[apostˈɛlo]глаголB1

Значения

1
отправлять, посылать (письмо, посылку, человека)
to send, to dispatch (a letter, package, person) · αποστέλλω ένα γράμμα — отправляю письмо
2
командировать, направлять (в должность или на задание)
to assign, to post (to a position or mission) · τον αποστέλλουν στο εξωτερικό — его направляют за границу

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποστέλλω
εσύ
αποστέλλεις
αυτός
αποστέλλει
εμείς
αποστέλλουμε
εσείς
αποστέλλετε
αυτοί
αποστέλλουν
Аорист
εγώ
απέστειλα
εσύ
απέστειλες
αυτός
απέστειλε
εμείς
απεστείλαμε
εσείς
απεστείλατε
αυτοί
απέστειλαν
Будущее
εγώ
θα αποστείλω
εσύ
θα αποστείλεις
αυτός
θα αποστείλει
εμείς
θα αποστείλουμε
εσείς
θα αποστείλετε
αυτοί
θα αποστείλουν

Примеры

Αποστέλλω το πακέτο αύριο το πρωί.
Я отправлю пакет завтра с утра. · I'll send the package tomorrow morning.
Την απέστειλαν υπεύθυνη του νέου γραφείου.
Её назначили ответственной за новый офис. · They assigned her to head the new office.
Ο διευθυντής αποστέλλει σας το έγγραφο αμέσως.
Директор вышлет вам документ прямо сейчас. · The director is sending you the document right away.
Απoστελμένος ως πρέσβης, διαπραγματεύθηκε την ειρήνη.
Посланный послом, он вёл переговоры о мире. · Sent as ambassador, he negotiated the peace.