Греческий словарь
с грамматикой

αποσπώ

[apospˈo]глаголB2

Значения

1
отрывать, отрывать силой; отнимать
to pull away, to tear off; to snatch away · αποσπώ ένα κομμάτι χαρτί — отрываю кусок бумаги
2
отвлекать, отвлекать внимание
to distract, to divert attention · αποσπώ την προσοχή του — отвлекаю его внимание
3
вырывать (уступку, признание)
to wring, to extract (a concession, admission) · αποσπώ μια ομολογία — вырываю признание

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποσπώ
εσύ
αποσπάς
αυτός
αποσπά
εμείς
αποσπούμε
εσείς
αποσπάτε
αυτοί
αποσπούν
Аорист
εγώ
απόσπασα
εσύ
απόσπασες
αυτός
απόσπασε
εμείς
αποσπάσαμε
εσείς
αποσπάσατε
αυτοί
απόσπασαν
Будущее
εγώ
θα αποσπάσω
εσύ
θα αποσπάσεις
αυτός
θα αποσπάσει
εμείς
θα αποσπάσουμε
εσείς
θα αποσπάσετε
αυτοί
θα αποσπάσουν

Примеры

Αποσπάσαμε το φύλλο από το δέντρο.
Мы оторвали листок от дерева. · We tore a leaf off the tree.
Τίποτα δεν μπορεί να αποσπάσει την προσοχή του από τη δουλειά.
Ничто не может отвлечь его внимание от работы. · Nothing can distract his attention from work.
Κατάφερε να αποσπάσει μια υπόσχεση από τον πατέρα του.
Ему удалось вырвать обещание у своего отца. · He managed to wring a promise out of his father.
Μην αποσπάς το παιδί από το σχολείο.
Не забирай ребёнка из школы. · Don't pull the child away from school.