Греческий словарь
с грамматикой

αποσκοπώ

[aposkopˈo]глаголB2

Значения

1
иметь целью, стремиться к чему-либо
to aim at, to seek to achieve · αποσκοπώ να γίνω δικηγόρος — я стремлюсь стать адвокатом
2
преследовать цель, преследовать какую-то цель
to pursue an objective, to have an end in view · αποσκοπούν την εξουσία — они преследуют власть

Грамматика

Настоящее время
εγώ
αποσκοπώ
εσύ
αποσκοπείς
αυτός
αποσκοπεί
εμείς
αποσκοποῦμε
εσείς
αποσκοπείτε
αυτοί
αποσκοποῦν
Аорист
εγώ
αποσκόπησα
εσύ
αποσκόπησες
αυτός
αποσκόπησε
εμείς
αποσκοπήσαμε
εσείς
αποσκοπήσατε
αυτοί
αποσκόπησαν
Будущее
εγώ
θα αποσκοπώ
εσύ
θα αποσκοπείς
αυτός
θα αποσκοπεί
εμείς
θα αποσκοποῦμε
εσείς
θα αποσκοπείτε
αυτοί
θα αποσκοποῦν

Примеры

Αποσκοπώ να ολοκληρώσω τις σπουδές μου.
Я стремлюсь завершить своё образование. · I aim to complete my studies.
Οι πολιτικοί αποσκοποῦν την επανεκλογή τους.
Политики преследуют свою переизбрание. · The politicians are seeking their re-election.
Αποσκόπησε να κερδίσει το πρωτάθλημα.
Он стремился выиграть чемпионат. · He aimed to win the championship.
Αποσκοποῦσαν να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίας.
Они стремились улучшить условия работы. · They were trying to improve working conditions.