Греческий словарь
с грамматикой

απορροφώ

[aporiˈfo]глаголB1

Значения

1
поглощать, впитывать (жидкость, свет и т.п.)
to absorb (liquid, light, etc.) · το χαρτί απορροφά το νερό — бумага впитывает воду
2
занимать (внимание, время, силы)
to take up, consume (attention, time, energy) · η δουλειά απορροφά όλο το χρόνο μου — работа занимает всё моё время
3
амортизировать, гасить (удар, звук)
to dampen, cushion (impact, sound) · οι αποσβεστήρες απορροφούν τα χτυπήματα — амортизаторы гасят удары

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απορροφώ
εσύ
απορροφάς
αυτός
απορροφά
εμείς
απορροφούμε
εσείς
απορροφάτε
αυτοί
απορροφούν
Аорист
εγώ
απόρροφα
εσύ
απόρροφες
αυτός
απόρροφε
εμείς
απορροφήσαμε
εσείς
απορροφήσατε
αυτοί
απόρροφαν
Будущее
εγώ
θα απορροφήσω
εσύ
θα απορροφήσεις
αυτός
θα απορροφήσει
εμείς
θα απορροφήσουμε
εσείς
θα απορροφήσετε
αυτοί
θα απορροφήσουν

Примеры

Το σφουγγάρι απορροφά γρήγορα το νερό.
Губка быстро впитывает воду. · The sponge quickly absorbs water.
Η μελέτη απορροφούσε όλη την προσοχή της.
Учёба полностью занимала её внимание. · Her studies consumed all her attention.
Θα απορροφήσουν τις απώλειες στο δεύτερο τρίμηνο.
Они смогут компенсировать убытки во втором квартале. · They will absorb the losses in the second quarter.
Απόρροφε κάθε λέξη που έλεγε ο καθηγητής.
Она впивалась в каждое слово учителя. · She hung on every word the teacher said.