Греческий словарь
с грамматикой

απορρίπτω

[apoˈripto]глаголB2

Значения

1
отвергать, отклонять (предложение, идею)
to reject, to turn down (a proposal, idea) · απορρίπτω μια πρόταση — отвергнуть предложение
2
выбрасывать, утилизировать (мусор, отходы)
to discard, to dispose of (rubbish, waste) · απορρίπτω τα σκουπίδια — выбросить мусор

Грамматика

Настоящее время
εγώ
απορρίπτω
εσύ
απορρίπτεις
αυτός
απορρίπτει
εμείς
απορρίπτουμε
εσείς
απορρίπτετε
αυτοί
απορρίπτουν
Аорист
εγώ
απέρριψα
εσύ
απέρριψες
αυτός
απέρριψε
εμείς
απορρίψαμε
εσείς
απορρίψατε
αυτοί
απέρριψαν
Будущее
εγώ
θα απορρίψω
εσύ
θα απορρίψεις
αυτός
θα απορρίψει
εμείς
θα απορρίψουμε
εσείς
θα απορρίψετε
αυτοί
θα απορρίψουν

Примеры

Απέρριψε την πρόταση χωρίς δισταγμό.
Он отклонил предложение без колебаний. · He rejected the proposal without hesitation.
Δεν μπορούμε να απορρίπτουμε τις καλές ιδέες έτσι απλά.
Мы не можем просто так отвергать хорошие идеи. · We cannot simply dismiss good ideas like that.
Τα σκουπίδια απορρίπτονται εδώ.
Мусор выбрасывается здесь. · Garbage is disposed of here.
Θα απορρίψουμε τα χαλασμένα αντικείμενα.
Мы выбросим испорченные предметы. · We will discard the damaged items.